Monthly Archives: Ιουλίου 2016

Συλλογικές τερτσίνες

Μανταλάκια

Σε σύρματα δεν πιάνονται τα σώματα

μόνο να τα συλλάβεις μπορείς με μανταλάκια

χωρίς σάρκα, γυμνά στα χώματα.

 

Την κατάρρευση κοιτούν μες στα χαντάκια

ζητούν άγριας βοσκής σκορπιούς και στόματα

άδειες εποχές μ’ ακούρδιστα ρολόγια στα σοκάκια.

 

Και σαν νύχτωσαν τ’ ασπρόρουχα, φελλού πώματα

τη μυρωδιά εμφιάλωσαν σε καρώ ανεστραμμένα,

μην τύχει και ξεφύγει ζωή μέσ’ απ’ τα πτώματα.

 

Με μανταλάκια να κρεμάσουμε όλα τα χαμένα

αφού το μόνο εύκολο ήταν πάντα το μαζί

να στάζουν στο χώμα, να μείνουν κάπου ριζωμένα.

 

Γράφτηκαν συλλογικά από τις:

Έλενα Νικολακοπούλου, Κικέρτα, Κατίμ και Ελένη Μοσχοβάκη.

 

13775876_10205088708697629_8031733626507680843_n

Advertisements

Λήμματα – ποιήματα

Λένορμαν, ο, ουσ.: ξενικό κύριο όνομα,
προερχόμενο από αρχαίο μύθο των βίκινγκς.
Είναι ο θεός της αγνότητας του λαού των βίκινγκς,
που λατρευόταν κυρίως από τις γυναίκες της φυλής,
οι οποίες τραγουδούσαν τους ύμνους του
την ώρα που έπλεναν τα δέρματα των ζώων.
Θεωρείται ο προπομπός των γνωστών μετέπειτα ηρώων
της marvel, όπως ο spiderman, ο batman κ.ο.κ..
Ο μύθος τον θέλει να ταξιδεύει μέχρι τον ελλαδικό χώρο,
να ερωτεύεται τη θεά Άρτεμη
και να εγκαθίσταται για πάντα κάπου στην Αθήνα,
αναμένοντας ανταπόκριση στον έρωτά του,
το πιο πιθανό κοντά στην περιοχή του ποταμού Κηφισού.
ετυμ.: λενόρ (καθαρός) + μαν (ανήρ).
η λέξη προέρχεται από την αρχαία διάλεκτο των βίκινγκς.

sine lege

Λενορμάν
ορμάν οπότε από τον λόφο
κι όπως ανθρώπου άστεως μάτι
δεν μπορεί να ξεχωρνά σφαίρες από φωνές
μια τους έσκασε
πάνω σε κείνο το μνημείο το ταφικό το εγκάρδιο
πάνω από το γράμμα «ε»
/
οι εργάτες των καπνών
μπλέκονται με τους φαντάρους
και δεν είναι κανείς ν’ απορεί πως
μια και δυο
μέσα στα τόσα καπνά και τα τόσα τουφέκια
η κουβέντα κατεβαίνει απ’ το λόφo
όλο καμάρι
μ’ εν’ άφιλτρο στα χείλη
/
κι ο έρμος μένει λοιπόν
με μνημείο και μ’ οδό
αλλά με μόνιμη επωδό
κείνο το άξεστο, βαλκάνιο
Λένορμαν
ανάθημα της ιστορίας
κι ανάθεμα θα ‘ταν να λες
/
οι δεκέμβρηδες στο καπνεργοστάσιο
ήταν ακόμα τότε νωποί
μα τα τσιγάρα τους
ξηρά φιτίλια

κώστας πλησιώτης

προμηθέα (ουσ.): η κρούστα αίσθηση
ότι έχεις δει μια εικόνα,
ή βιώσει μια κατάσταση
ξανά στο παρελθόν,
γαλλιστί το dejavu. [ < προ + μη – θέα ]

Γιώργης Μακελάρης

προμηθέα
Οι θάλασσες τού μοιάζαν ίδιες.
Σαν να είχε ξαναβουτήξει σε όλες.
Σαν να μην είχε βιώσει ποτέ
αυτό το συναίσθημα της πρώτης φοράς.
Τέτοια δυστυχία.
Μνήμη μου,
πάλι με τον άλλο μου εαυτό
με απατάς;

γιώργος Κακαές

Σχέδιο: Μαρού.

Τα παραπάνω κείμενα περιέχονται στο έντυπο θέρους,
που τυπώθηκε για τον ένα χρόνο του τσακμακιού
και μοιράζεται ελεύθερα.

Αρέσει σε %d bloggers: