Tag Archives: μπλογκ

δύο ποιήματα – Κωστής Καπελλίδης

a2

σκίτσο – markonis

Γράμματα Του Νερού Ι

Αν η βροχή μπορούσε

να με κόψει

θα μ’ έβλεπες ολόκληρο.

 

 

Ερωτική Λειτουργία Γραμμένη Σε Διάστημα Τριών Ημερών

 
Μια γυναίκα που μου χαμογέλασε ένα άσχημο βράδυ
Είχε πεθάνει ένας γέρος που ήξεραν ότι θα πεθάνει
Μια γυναίκα που οι σφαίρες του προσώπου της
Έδωσαν την πεμπτουσία της γλύκας
«Κοίτα, σώθηκε κάτι» κι ήταν κοντά μου ψιθυρίζοντας
Τις εγκόσμιες καταφάσεις κι ήταν
κοντά μου μ’ αληθινά δάκρυα την ώρα
της επίθεσης κι ήταν ο κόσμος
που ξέραμε μόνο ως θρύλο
Στο δωμάτιο με τα βαριά παπλώματα
και σφυριά μιας καρδιάς που ανοίγει το στήθος
Κι ήταν κοντά όταν είχαν σβήσει τα φώτα
Και το σκοτάδι είχε δύο φωνές
Και πάλευαν τα δικά του σπλάχνα
Σαν να μην πάλευαν άνθρωποι
Κι ήταν κοντά για δυο-τρεις μέρες παραπάνω
απ’ το πέρας της προθεσμίας
Κι έφτιαξε την προθεσμία κι ήταν
Τα δάκρυά της το δίκιο κι ήταν
Στο κλείσιμο της πόρτας πάλι
Χαμογελαστή.
Advertisements

δύο ποιήματα – feuve

b5

σχέδιο – skotini

Η ζωή
όπως όλα τα μυστικά
είναι ομορφότερη
όσο αγνοείς την ύπαρξή της

Σαν έναν δυναμίτη
που παριστάνει το κερί
και σιγοκαίει
φωτίζοντας ειρωνικά
μες στα σιφόνια!

Αϋπνία

πώς μπορείς και κοιμάσαι;
όταν η ζωή κυλάει
απ’ τα δάχτυλα των ποδιών σου
στο νωπό χώμα
κι ενώ ο χρόνος ροκανίζει
την ψυχή σου
όταν έχεις δει όλο το ψέμα
μέσα κι έξω από εσένα
κι όμως εσύ κοιμάσαι
ταξιδεύεις γλυκά στο υποσυνείδητό σου
κρύβεσαι στην υπέροχη ασάφειά του
χάνεσαι στα μελαγχολικά βλέμματα
που γίνηκαν άστρα σκοτεινά
των όμορφών σου πορνόγερων
των νέων με ρημαγμένες καρδιές
και των σοφών γκριζομάλλικων παιδιών
Τα πάντα γυρεύουν το σκοτάδι
κόσμοι μετατρέπονται σε στάχτη
κι οι κόκκοι της άμμου
στην κλεψύδρα να πέφτουν
ακάθεκτοι
δάκρυα που λιώνουνε τα μάτια
νιφάδες που αρπάζουν φωτιά
αμυγδαλιές που αιμορραγούνε σπέρμα
και μια παλίρροια που
παρασύρει τα πάντα
κι εσύ να κοιμάσαι
ευτυχισμένος
γιατί εσύ ξέρεις
ότι ακόμα κι ένα άστρο
θα υπέφερε
αν ήξερε ότι είναι
άστρο


ένα καράβι μέθυσε – mhnymal

13349036_10204810909792830_676880211_n

φωτογραφία – Μαρία Σορωνιάτη

 

 

ένα καράβι μέθυσε και διάβηκε τη νύχτα

και γίνηκε σε μια νυχτιά κιτρινωπό υποβρύχιο

και το πρωί το βρήκανε οι δύτες της υπόγας

και βάλαν τους ιστορικούς να το μοιρολογούνε

και βάλανε και μένανε για να τους σιγοντάρω

σαν έπεσε το σούρουπο σηκώθηκε να φύγει

να βρει ξανά τις φίλες του της θάλασσας τα κήτη

κι ο γύπας που το φύλαγε έκπληχτος το ρωτάει

αφού είσαι πτώμα καραβιού κιτρινωπό υποβρύχιο

τι τα σηκώνεις τα πανιά και πας να ταξιδέψεις

πάω μοναχά στις φίλες μου να μάσω λίγη αφρότη

το θέατρο τελείωσε στραγγίσαν τα νερά μου

μέθυσα κι ήπια θάλασσα μα τώρα θα σαλπάρω

και θα χω καπετάνισσα τυφλότατη μπουμπλίνα

κι αμούστακα ναυτόπουλα με τα στυλά στο χέρι

για την κοινότη του νερού και της φωθιάς τη μούρλα

για τα όσα τάξαμε παλιά πριχού γενούμε μούμιες


Μαργαρίτα Ανεμογιάννη – 3 σχέδια

 

14696809_10154516375229000_1812994091_n

 

 

 

c650050

 

 

 

develop-c65011361


Λεύκιος – Τρία σχόλια πάνω στην απώλεια

 

α΄

Μην ψάχνετε εδώ

ανθρώπους που χάσατε.

Δε χάθηκα εγώ.

Έχασα μόνο.

 

β΄

Ήρθες και θύμισες

τόσους που έφυγαν.

Φύγε κι εσύ

να ξεχάσω.

 

γ΄

Φεύγεις πεθαμένος,

ζεις για πάντα.

Φεύγεις ζωντανός,

αργοπεθαίνεις.

 


Αρέσει σε %d bloggers: