Tag Archives: πεζοποίημα

Λήμματα – ποιήματα

Λένορμαν, ο, ουσ.: ξενικό κύριο όνομα,
προερχόμενο από αρχαίο μύθο των βίκινγκς.
Είναι ο θεός της αγνότητας του λαού των βίκινγκς,
που λατρευόταν κυρίως από τις γυναίκες της φυλής,
οι οποίες τραγουδούσαν τους ύμνους του
την ώρα που έπλεναν τα δέρματα των ζώων.
Θεωρείται ο προπομπός των γνωστών μετέπειτα ηρώων
της marvel, όπως ο spiderman, ο batman κ.ο.κ..
Ο μύθος τον θέλει να ταξιδεύει μέχρι τον ελλαδικό χώρο,
να ερωτεύεται τη θεά Άρτεμη
και να εγκαθίσταται για πάντα κάπου στην Αθήνα,
αναμένοντας ανταπόκριση στον έρωτά του,
το πιο πιθανό κοντά στην περιοχή του ποταμού Κηφισού.
ετυμ.: λενόρ (καθαρός) + μαν (ανήρ).
η λέξη προέρχεται από την αρχαία διάλεκτο των βίκινγκς.

sine lege

Λενορμάν
ορμάν οπότε από τον λόφο
κι όπως ανθρώπου άστεως μάτι
δεν μπορεί να ξεχωρνά σφαίρες από φωνές
μια τους έσκασε
πάνω σε κείνο το μνημείο το ταφικό το εγκάρδιο
πάνω από το γράμμα «ε»
/
οι εργάτες των καπνών
μπλέκονται με τους φαντάρους
και δεν είναι κανείς ν’ απορεί πως
μια και δυο
μέσα στα τόσα καπνά και τα τόσα τουφέκια
η κουβέντα κατεβαίνει απ’ το λόφo
όλο καμάρι
μ’ εν’ άφιλτρο στα χείλη
/
κι ο έρμος μένει λοιπόν
με μνημείο και μ’ οδό
αλλά με μόνιμη επωδό
κείνο το άξεστο, βαλκάνιο
Λένορμαν
ανάθημα της ιστορίας
κι ανάθεμα θα ‘ταν να λες
/
οι δεκέμβρηδες στο καπνεργοστάσιο
ήταν ακόμα τότε νωποί
μα τα τσιγάρα τους
ξηρά φιτίλια

κώστας πλησιώτης

προμηθέα (ουσ.): η κρούστα αίσθηση
ότι έχεις δει μια εικόνα,
ή βιώσει μια κατάσταση
ξανά στο παρελθόν,
γαλλιστί το dejavu. [ < προ + μη – θέα ]

Γιώργης Μακελάρης

προμηθέα
Οι θάλασσες τού μοιάζαν ίδιες.
Σαν να είχε ξαναβουτήξει σε όλες.
Σαν να μην είχε βιώσει ποτέ
αυτό το συναίσθημα της πρώτης φοράς.
Τέτοια δυστυχία.
Μνήμη μου,
πάλι με τον άλλο μου εαυτό
με απατάς;

γιώργος Κακαές

Σχέδιο: Μαρού.

Τα παραπάνω κείμενα περιέχονται στο έντυπο θέρους,
που τυπώθηκε για τον ένα χρόνο του τσακμακιού
και μοιράζεται ελεύθερα.

οχτώβρηδες – sine lege

 

μα ακούστε με λίγο σας παρακαλώ

από παντού με διώξανε

κι εγώ σκοπό άσχημο στ’ αλήθεια δεν έχω

μόνο να· κάθε που χειμωνιάζει ψάχνω εικόνες

για να αδειάσει από μέσα μου το τίποτα

έτσι

στέκομαι τα απογεύματα έξω από τα άδεια σπίτια

γράφω στις πόρτες των γειτόνων πως κερνάω λικέρ παρηγορητικό

ξημερώνω μια πανσέληνο στη γη της εσαεί εκλείψεως

χτίζω τις γέφυρες που σύντομα οι αντάρτες θα γκρεμίσουν

βρέχω με λύπη όσους βιαστήκανε τους θύτες τους να συγχωρήσουν

καίω τις τσέπες ζωντανές όσων ανθρώπινα κορμιά πουλάνε

κι έτσι

καλωσορίζω πάντα τους οχτώβρηδες του κόκκινου γένους

υπαρχτό φθινόπωρο

χι και ταυ χτ

χτικιό το άγαλμα του λένιν

φι και ταυ φτ

φτύνω τα αίματα του στάλιν

στη χώρα μου

θα βρέχει πάντα κέρματα στα πρωτοβρόχια

θα φυσάει πάντα προς το μέρος του βοριά κάθε σεπτέμβρη

θα καίγεται πάντα κάθε χτύπος που κόντρα στο ρεύμα περπατάει

αλήθεια, καίγεται το αίμα;

 

τείχος βερολίνου – δεκέμβρης 1962


Εξ-εικονισθέν – Έλενα Νικoλακοπούλου

Γεννήθηκα κάποτε. Φοβάμαι. Δεν ξέρω. Ρωτώ. Ρωτάμε αυτούς που στρώνουν τα κρεβάτια μας. Παιδιά είμαστε. Στόματα. Βουλιάζουμε. Πότε, πώς θα βγούμε από εδώ; Ποιος θα βοηθήσει;
̶ Μη ρωτάς! Οι ερωτήσεις είναι για τους ανόητους.

Στο σωρό δεν υπάρχουν κόκκοι, μόνο σκουπίδια. Λες και φύτρωσα σε αυτά. Στα σκουπίδια των χαρτιών, της γραφειοκρατίας. Τυχαία η επιλογή του ονόματος απ’ το αλφάβητο. Παιχνίδι παιδικό. Κάθε φωνή και γράμμα. Κάθε γράμμα σε σειρά μια λέξη. Μονάχα λέξεις είμαι. Είμαστε. Φωνήεντα και σύμφωνα σε παράταξη.
̶ Έλα, σειρά σου να παίξουμε.

 


Αρέσει σε %d bloggers: