Tag Archives: ποίηση

κορίτσχια – κατίμ

αν τα κορίτσια γράφονταν με -χ-,

θα λογαριάζαμε πιο πολλή ψυχή;

“άγνωστος -χή (x), άγνωστος ψυ- (y)”

μόνον οι πράξεις μένουνε στο τέλος

– όχι οι αριθμητικές.

 

 

 

σχέδιο: Μαγαρίτα Ανεμογιάννη


δύο ποιήματα – Σταύρος Καμπάδαης

Δεν πιάναν τα χέρια μου
Δεν ήξερα από ποια μεριά βιδώνεις
+
από ποια ξεβιδώνεις
Τώρα όσο γερνάω
μαθαίνω
να μοντάρω
να συναρμολογώ
να βιδώνω
+
να κάνω
τον μαστοράκο
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα
που δεν επισκευάζεται
Είναι μια βαλβίδα
στο πίσω μέρος του κεφαλιού
όπως με κοιτάς αριστερά
Μια ανεπίστροφη βαλβίδα
που από εκεί μπουκάρει
αέρας στον εγκέφαλο
Μπόλικος
ατελείωτος
φρέσκος
+
τα χαλάει όλα μέσα
Αυτή η βλάβη
αλήθεια στο λέω
δε θα φτιαχτεί ποτέ

 

 

ΜΕ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΤΗΣ ΑΚΙΔΑΣ
ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΣΟΥ ΣΕΙΣΜΟΓΡΑΦΟΥ
Βρεθήκαμε
μετά από πολύ καιρό
Στην αρχή παίζαμε
με τις σιωπές
Αρκετά μετά
με ρώτησε κάτι
Ήπια μια γουλιά
+

απάντησα
Εκείνη τη στιγμή
ακριβώς
έγινε μια δόνηση
5,7 ρίχτερ
Αυτόν  τον
σεισμό
τον κατάλαβα
μόνο
εγώ


Άνοιξης τεύχος #04

 
Mε φαντάζομαι συχνά

να περπατάω με τα χέρια.

Τόση μου η ανάγκη,

να γυρίσει ο κόσμος

άνω κάτω.

Κικέρτα

Στο μετρό μυρίζει λάδι.
Και χλωρίνη
κι ασετόν.

Τα καθίσματα σαν κάδοι.
Και βενζίνη
και μπετόν.

Πώς οι ποιητές μυρίζουν
Και πούθε είναι να τους βρω
Μες σε χαρτιά και σε μελάνια
Ή στον υπόγειο συρφετό;

κώστας πλησιώτης

Πόρτες πολλές

κι ανάμεσα ένα παράθυρο

για αυτοκτονία.

Κανείς δεν το καθαρίζει πια.

Η σκόνη του κρατά

λίγη από την ανάμνηση

του σάλτου στο κενό.

Ελένη Μοσχοβάκη

 

Φοβάτ’ ο σκλάβος τη φυλακή;

κατίμ


[η προσευχή της ζητιάνας] – ιώ αρματά

 

 

είχε απλώσει τα χέρια απαλά

                                                   στο κρεβάτι

στις παλάμες να καθρεφτίζεται

                                                              ο Θεός

η προσευχή της ζητιάνας

τα πόδια μαζεμένα σφιχτά

                                                     ένα κουφάρι

ακολούθησα τη σκιά σκουλαρίκι

                                              κάτω απ’ τ’ αφτί

εκεί στο λαιμό της πάνω περιπλανήθηκα

σε κακοτράχαλα βουνά και ξηρές πεδιάδες

ταλαντώθηκα στον χτύπο της φλέβας

           ταπ ταπταπ ταπ

μου’ μαθε για τον χρόνο και τον έρωτα

ο χρόνος όταν θέλει να’ ναι ακριβής

σε βάζει να μετράς μαζί του

και πως ο έρωτας είναι η παρουσία

που έγινε σκόνη ανάμεσα στα σώματα

           ταπ ταπταπ ταπ

           ταπ ταπταπ ταπ

να βυθίζεσαι και να πιστεύεις στη δίνη του

να βυθίζεσαι και να πιστεύεις

και ν’ απελπίζεσαι

και να πιστεύεις

           ταπ ταπταπ ταπ

           ταπ ταπταπ ταπ

ύστερα απότομα πετάγομαι

σαν να μηδένισε ο χρόνος

                                              απ’ την αρχή

 
 

στο κρεβάτι / ο Θεός / ένα κουφάρι / κάτω απ’ τ’ αφτί

ν’ απελπίζεσαι / και να πιστεύεις / απ’ την αρχή

 


έστι χρεία; – sine lege

61b5f72b-ca5c-4582-a481-f6938110a148

ο ύπνος των αγαπημένων / Paul Schneggenburger.

 

εξήντα μέρες άκαπνος στα πεζοδρόμια γυρνάει

τριάντα μέρες σχέση λάθους εξωσυζυγική

να λύσει την εξίσωση με χάρακα γυρεύει

 

είκοσι χρόνια την αναζητούσε αλλού

σε πέντε ώρες κιόλας τον φιλούσε στο λαιμό

ανάποδη αφαίρεση στα χρόνια της να φτάσει

 

δέκα βδομάδες άγραφα χαρτιά θρέφουν το τζάκι

έξι μολύβια σε κάδο πράσινο με το κουτί

το τελευταίο ποίημα στην ξύλινη σκεπή του χάραξε

 

εφτά ζωές κλεμμένες απ’ του γείτονα τη γάτα

δύο χαστούκια του ‘ριξαν όλα τα δόντια κάτω

μα ο γιατρός απουσιάζει· αφήστε πόνου μήνυμα στο θυρωρό

 

δύο μπουκάλια νάμα κόκκινο κρασί

τρία παιδιά από άλλη μάνα και έτερο πατέρα

όλα τα χρόνια της κοιμόταν αγκαλιά με τον κανένα

 

στήσανε δίπλα δίπλα των λαθών τους αριθμούς

κι ύστερα αγκάλιασαν της ειρωνείας το γέλιο

στο τέλος έφαγαν τα νύχια τους· ήταν βραδιά νηστείας

 

θυμήθηκαν της ήβης τους τον μαθηματικό

με κείνο το διηνεκές περί αριθμών λογύδριο

μα, αχρείαστη των αριθμών η χρεία!

 

 


Αρέσει σε %d bloggers: