Τι παράξενα πράγματα

 

Wo sollst du einen Punkt setzen? Nicht einmal ein Semikolon, nicht einmal ein Komma, besser ein Gedankenstrich, und den eigentlich auch nicht; denn jeder Schluß eines Buches ist ein Fehler, eine Lüge, eine Vergewaltigung, eine Schranke.

 

πού πρέπει να βάλεις τελεία; όχι πάλι μια άνω τελεία, όχι για άλλη μια φορά ένα κόμμα, καλύτερα μια παύλα, κι αυτήν τελικά όχι. γιατί το τέλος κάθε βιβλίου είναι ένα λάθος, ένα ψέμα, ένας βιασμός, μια μπάρα απαγορευτική.

 

Aber wie sollen wir in unserer Sterblichkeit, in unserer persönlichen Sterblichkeit das Grenzenlose ein Ganzes nennen? Es fehlen die entsprechenden Bezugspunkte nicht die der Tiefe, sondern die der Länge, nicht quantitative, sondern qualitative das heißt, die der meßbaren Zeit. Außerdem lauert noch die Gefahr der Weitschweifigkeit. Und was werden wieder die Kritiker und die Urteilslosen (und mit vollem Recht die Menschen) sagen? «Uff, was für ein Vielschreiber, was für ein Mehrgesichtiger, ein Gesichtsloser, ein Gegengesichtiger, er schreibt, mein Kind, keine Wörter hin, er pißt Wörter!»

 

αλλά πώς μπορούμε εμείς, μέσα στην προσωπική μας θνητότητα να ονοματίσουμε την απεραντοσύνη του Όλου; μας λείπουν οι απαραίτητοι συνδετικοί κρίκοι – όχι εκείνοι του βάθους, αλλά της διάρκειας, όχι εκείνοι της ποσότητας, αλλά της ποιότητας, εκείνοι δηλαδή που θα μπορούσαν να μετρήσουν το Χρόνο. ελλοχεύει εξάλλου πάντα ο κίνδυνος της απεραντολογίας. και τι θα πουν πάλι οι κριτικοί και κείνοι που τους λείπει η κρίση – και με το δίκιο τους οι άνθρωποι; «τι πολύγραφος, πόσο πολυπρόσωπος, τι απρόσωπος, πόσο αντιπρόσωπος, αυτός παιδί μου δεν γράφει λέξεις, αυτός τις λέξεις τις κατουράει!»

 

Oh, ich muß unbedingt einen Schluß finden, ein für allemal zu einem Ende kommen, auch damit ich den Leuten nicht vollends die Köpfe verdrehe. Ja, zu einem Ende kommen, meine nassen Strümpfe ausziehen und mich mit offenen Augen hinlegen, um die Regentropfen zu betrachten, die auf Petros’ Mantel, der am Wandhaken hängt, zu funkeln scheinen. Ich bin fertig. Ende.

 

πρέπει οπωσδήποτε να βρω ένα τέλος, πρέπει επιτέλους να μπει ένα τέλος, ένα τέλος που να ξελογιάσει τους ανθρώπους. ναι, πρέπει να βάλω ένα τέλος, πρέπει να βγάλω τις βρεγμένες μου κάλτσες, πρέπει να με αναγκάσω να παρακολουθήσω με τα μάτια ανοιχτά τις σταγόνες της βροχής που δείχνουν σαν να αστράφτουν πάνω στο παλτό του πέτρου που κρέμεται στον τοίχο. είμαι έτοιμος. Τέλος.

 

Athen, 15.03.83

Αθήνα, 15 Μάρτης του ‘83

Jannis Ritsos

Γιάννης Ρίτσος

Was für seltsame Dinge

Τι παράξενα πράγματα

αποσπάσματα από το Der notwendige Schluß/Το απαραίτητο τέλος

ελεύθερη απόδοση από την γερμανική έκδοση: sine lege

 

Το κείμενο αυτό, ένα -αν μπορεί να ειπωθεί- μεταφραστικό αντιδάνειο,

θα μπορούσε να είναι εισαγωγικό του τεύχους # 06 που κυκλοφορεί.


το παιδί – Francesco Balsamo

«Το Παιδί», 2016, Francesco Balsamo

 

Κοιτώντας το παραπάνω σχέδιο του Francesco Balsamo

για το τσακμάκι #6  που σε λίγες μέρες έρχεται,

αντικρίσαμε στο «Παιδί» του

το «Σημάδι της Αφροδίτης» του Νίκου Κούνδουρου.

Κι ενώ παίζαμε τεντώνοντας τα όρια μεταξύ των γλωσσών,

είδαμε ακόμη μια φορά τα σύνορα να λυγίζουν,

μέχρι που χάθηκαν παντελώς από τ’ ανάμεσό μας.

«Μικρές Αφροδίτες», 1963, Νίκος Κούνδουρος ( 1926-2017)

 

 

 


δύο ποιήματα – Κωστής Καπελλίδης

a2

σκίτσο – markonis

Γράμματα Του Νερού Ι

Αν η βροχή μπορούσε

να με κόψει

θα μ’ έβλεπες ολόκληρο.

 

 

Ερωτική Λειτουργία Γραμμένη Σε Διάστημα Τριών Ημερών

 
Μια γυναίκα που μου χαμογέλασε ένα άσχημο βράδυ
Είχε πεθάνει ένας γέρος που ήξεραν ότι θα πεθάνει
Μια γυναίκα που οι σφαίρες του προσώπου της
Έδωσαν την πεμπτουσία της γλύκας
«Κοίτα, σώθηκε κάτι» κι ήταν κοντά μου ψιθυρίζοντας
Τις εγκόσμιες καταφάσεις κι ήταν
κοντά μου μ’ αληθινά δάκρυα την ώρα
της επίθεσης κι ήταν ο κόσμος
που ξέραμε μόνο ως θρύλο
Στο δωμάτιο με τα βαριά παπλώματα
και σφυριά μιας καρδιάς που ανοίγει το στήθος
Κι ήταν κοντά όταν είχαν σβήσει τα φώτα
Και το σκοτάδι είχε δύο φωνές
Και πάλευαν τα δικά του σπλάχνα
Σαν να μην πάλευαν άνθρωποι
Κι ήταν κοντά για δυο-τρεις μέρες παραπάνω
απ’ το πέρας της προθεσμίας
Κι έφτιαξε την προθεσμία κι ήταν
Τα δάκρυά της το δίκιο κι ήταν
Στο κλείσιμο της πόρτας πάλι
Χαμογελαστή.

δύο ποιήματα – feuve

b5

σχέδιο – skotini

Η ζωή
όπως όλα τα μυστικά
είναι ομορφότερη
όσο αγνοείς την ύπαρξή της

Σαν έναν δυναμίτη
που παριστάνει το κερί
και σιγοκαίει
φωτίζοντας ειρωνικά
μες στα σιφόνια!

Αϋπνία

πώς μπορείς και κοιμάσαι;
όταν η ζωή κυλάει
απ’ τα δάχτυλα των ποδιών σου
στο νωπό χώμα
κι ενώ ο χρόνος ροκανίζει
την ψυχή σου
όταν έχεις δει όλο το ψέμα
μέσα κι έξω από εσένα
κι όμως εσύ κοιμάσαι
ταξιδεύεις γλυκά στο υποσυνείδητό σου
κρύβεσαι στην υπέροχη ασάφειά του
χάνεσαι στα μελαγχολικά βλέμματα
που γίνηκαν άστρα σκοτεινά
των όμορφών σου πορνόγερων
των νέων με ρημαγμένες καρδιές
και των σοφών γκριζομάλλικων παιδιών
Τα πάντα γυρεύουν το σκοτάδι
κόσμοι μετατρέπονται σε στάχτη
κι οι κόκκοι της άμμου
στην κλεψύδρα να πέφτουν
ακάθεκτοι
δάκρυα που λιώνουνε τα μάτια
νιφάδες που αρπάζουν φωτιά
αμυγδαλιές που αιμορραγούνε σπέρμα
και μια παλίρροια που
παρασύρει τα πάντα
κι εσύ να κοιμάσαι
ευτυχισμένος
γιατί εσύ ξέρεις
ότι ακόμα κι ένα άστρο
θα υπέφερε
αν ήξερε ότι είναι
άστρο


ένα καράβι μέθυσε – mhnymal

13349036_10204810909792830_676880211_n

φωτογραφία – Μαρία Σορωνιάτη

 

 

ένα καράβι μέθυσε και διάβηκε τη νύχτα

και γίνηκε σε μια νυχτιά κιτρινωπό υποβρύχιο

και το πρωί το βρήκανε οι δύτες της υπόγας

και βάλαν τους ιστορικούς να το μοιρολογούνε

και βάλανε και μένανε για να τους σιγοντάρω

σαν έπεσε το σούρουπο σηκώθηκε να φύγει

να βρει ξανά τις φίλες του της θάλασσας τα κήτη

κι ο γύπας που το φύλαγε έκπληχτος το ρωτάει

αφού είσαι πτώμα καραβιού κιτρινωπό υποβρύχιο

τι τα σηκώνεις τα πανιά και πας να ταξιδέψεις

πάω μοναχά στις φίλες μου να μάσω λίγη αφρότη

το θέατρο τελείωσε στραγγίσαν τα νερά μου

μέθυσα κι ήπια θάλασσα μα τώρα θα σαλπάρω

και θα χω καπετάνισσα τυφλότατη μπουμπλίνα

κι αμούστακα ναυτόπουλα με τα στυλά στο χέρι

για την κοινότη του νερού και της φωθιάς τη μούρλα

για τα όσα τάξαμε παλιά πριχού γενούμε μούμιες


Αρέσει σε %d bloggers: